Το χέρι τρέμει, το μυαλό φοβάται
και η ευαισθησία κρύβεται σε κήπους μανιακών
που επιμένουν πως η αγάπη θα ‘ρθει
και μ’ ένα νεύμα σε παραπέμπουν στο παλιό λιθαράκι
που είχες θαμμένο βαθιά για χρόνια
στο ελπιδοφόρο χώμα
πως ο έρωτας θα σου χτυπά ξανά
και εσύ θα παραδίνεσαι ως τα ευδιάκριτά του άκρα.
Πέμπτη 20 Μαρτίου 2008
Σύννεφα...
Σαν να σου παίρνουν την ψυχή από ψηλά,
σαν να σου στάζουν στα χέρια κρυσταλλένιο μέλι του βορά,
σαν να σ’ αγγίζει το φεγγάρι στα μαλλιά,
σαν ένα όνειρο τα βλέπεις πια.
Κύκλους το μελάνι κάνεις.
Μπήγεις τη φωνή σου στη χαρούμενη λακκούβα,
που σε προσελκύει βαθιά,
σκοτεινή η λάμψη της, σε μαγεύει.
Σου δίνει ένα και εκατό ζητά για ανταμοιβή.
Φώναξε, φώναξε δυνατά
Μπορείς;
Αργοσβήνει η φωνή και η θέληση.
Τρεμοσβήνει η φλόγα
και η αυγή,
σε χαιρετά από μακριά.
σαν να σου στάζουν στα χέρια κρυσταλλένιο μέλι του βορά,
σαν να σ’ αγγίζει το φεγγάρι στα μαλλιά,
σαν ένα όνειρο τα βλέπεις πια.
Κύκλους το μελάνι κάνεις.
Μπήγεις τη φωνή σου στη χαρούμενη λακκούβα,
που σε προσελκύει βαθιά,
σκοτεινή η λάμψη της, σε μαγεύει.
Σου δίνει ένα και εκατό ζητά για ανταμοιβή.
Φώναξε, φώναξε δυνατά
Μπορείς;
Αργοσβήνει η φωνή και η θέληση.
Τρεμοσβήνει η φλόγα
και η αυγή,
σε χαιρετά από μακριά.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)